Εριφύλη Τσαναλή

Οι Γαρίδες

Οικία τ. δημάρχου Χασιρτζόγλου - Ξάνθη
Η Εριφύλη ήταν μια ψηλή γυναίκα, πάντα σε κίνηση, οι μέρες της περνούσαν πάντα γεμάτες δραστηριότητες

Η Εριφύλη Τσαναλή ή Μερακλούδα, γεννήθηκε το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα –περί το 1870, και ήταν η γιαγιά της Ξένιας. Ψηλή, ξανθιά, αρχοντική, κάπνιζε που και που το «σέρτικο» τσιγάρο της κι έλεγε και τον καφέ. Η νοικοκυροσύνη της ήταν άφθαστη. Όλο άνοιγε φύλλο για πίττες, άλεθε τον καφέ στο τουμπέκι, έπλεκε δαντέλλες για το τέλειωμα των ασπρορούχων. Είχε δυο παιδιά –τον Πρόδρομο και την Άννα. Ο αδελφός της λεγόταν Δημήτρης κι αποκαλούνταν -κατά το συνήθειο των κατοίκων της πόλης να βγάζουν παρατσούκλια- «Μερακλής», το ίδιο κι εκείνη κι η κόρη της Άννα -«Μερακλούδες» τις λέγανε- λόγω του άνδρα της –του Δημήτρη Σιγαλού, που είχε μεγάλο παντοπωλείο στην πόλη που ήταν μαζί και καφενείο κι έπαιζε ωραίο ούτι, κι από ‘κει του βγήκε το παρατσούκλι «Μερακλής» -το ίδιο και για το γιό της –τον Πρόδρομο, καθώς και σ’ όλους τους στο σόι...

Είχε και μια αδελφή την Αλεξάνδρα που έμενε στην Καβάλα, που όταν ερχόταν στα μέρη τους να τους δει, μαζί με την κόρη της τη Δέσποινα –που λέγανε αργότερα γι’ αυτήν πως άλλαζε συνέχεια φίλους, δεν ξεχνούσε ποτέ να τους φέρει γαρίδες γάμπαρη… Αυτές βγαίνουν και στην Αλεξανδρούπολη. Είναι μαύρες με χρώμα μελανί. Τις τηγάνιζε στο μεγάλο μαύρο τηγάνι πάντα σε φρέσκο λάδι. Καθόντουσαν το μεσημέρι, στο τραπέζι όπου η Εριφύλη είχε στρώσει το φρεσκοσιδερωμένο –απ’ τη μεσάντρα βγαλμένο, άσπρο κουκούλικο≠ τραπεζομάνδηλο με το δαντελένιο τελείωμα πλεγμένο με το βελονάκι απ’ το ίδιο της το χέρι, όλοι μαζί –κι ήταν κι ο Πρόδρομος ο γιος της κι ο Δημήτρης, ο άνδρας της σαν τύχαινε να είναι στο σπίτι και όχι στο καφενείο κι η μικρή της εγγονή, η Ξενούλα που «Που τη χάνεις που τη βρίσκεις –στη γιαγιά της! λατρεία της έχει…» καθώς έλεγε η Άννα, η μάνα της και δεν έμενε ούτε ένα κεφάλι, παρά μόνο τα κελύφη –ένας σωρός από δαύτα σε κάθε πιάτο!

Η Ξένια έτρωγε με το ζόρι. Ήταν ανάφαγο -έτσι έλεγαν- παιδί, αδύνατο, με τα μεγάλα του μάτια να παρακολουθούν διαρκώς την όμορφη γιαγιά του, που ακολουθούσε παντού, πιασμένη συνέχεια στην ποδιά της! Τη φώναζε πάντα «μάνα!» και ήταν πολύ έξυπνη… Μια μέρα -αν και πολύ μικρή- που είχαν πάει με την Εριφύλη ταξίδι στην Καβάλα να δουν την Αλεξάνδρα, καθώς περνούσαν με το λεωφορείο μπροστά απ’ το νεκροταφείο, της λέει: «Περνάμε απ’ την οδό Αναπαύσεως»… Η Εριφύλη είχε να το λέει: «Τόσο έξυπνο παιδί… Άκου τι μου είπε μια μέρα! Έμεινα ενεή » 

Η μικρή το ‘χε ακούσει απ’ τον πατέρα της, τον Δημήτρη Γιάννο, που συνήθιζε να λέει σαν πέθαινε κάποιος: «Αυτός τώρα μένει στην οδό Αναπαύσεως…» -πολύ πριν διαδοθεί αυτή η έκφραση για την οδό της μη επιστροφής- που είχε μεγάλη κοινωνική μόρφωση -έτσι έλεγε η Άννα- και συνήθιζε να χρωματίζει τις κουβέντες του με ποιητικές, καθαρευουσιάνικες εκφράσεις, κατά τα λογοτεχνικά δρώμενα της εποχής… 

Όταν έφθασαν στης Αλεξάνδρας, εκείνη τύλιγε ντολμάδες. Η Ξένια που έτρωγε με το ζόρι, το μεσημέρι, σαν ετοιμάστηκαν οι ντολμάδες, δεν άφησε στο πιάτο ούτε μια μπουκιά… Αργότερα, πολύ αργότερα, θα έφτιαχνε για τον Άρη σαρμάδες με το άσπρο λάχανο, σαρμαδάκια με τα αμπελόφυλλα και την άσπρη σάλτσα αυγολέμονο, τα περίφημα Σμυρνέϊκα σουτζουκάκια με το κύμινο -τέτοια που μόνο η μάνα του στο Ναζλί ήξερε να φτιάχνει- με τον κιμά με τα μαχαίρια κομμένο, στο χέρι… Η Μυρτώ τότε τη ρωτούσε: «Πόσο ωραία τυλίγεις το λάχανο! Αλήθεια μαμά… που το έμαθες;» «Απ’ τη γιαγιά μου, κι εκείνη απ’ την Αλεξάνδρα, τότε που πηγαίναμε στο σπίτι της στην Καβάλα, ταξίδι…

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις