Άννα

Οι Ντολμάδες

Ορεινό Χωριό

Έφτιαχνε πάντα ντολμάδες σαν ήταν χειμώνας… Έξω στην αυλή τα δένδρα ήταν γυμνά απ’ τα φύλλα τους, οι συκιές όρθωναν τα λεπτά κλαδιά τους στον γκρίζο με τα μολυβένια σύννεφα ουρανό. Στην κουζίνα με τα ασπρόμαυρα πλακάκια στο πάτωμα, άναβε το ηλεκτρικό απ’ τη σκοτεινιά. «Μόνο σαν πέσει παγωνιά γίνονται τα λάχανα νόστιμα» έλεγε η Ξένια στην Άννα καθώς τύλιγε με προσοχή τον κιμά που έπαιρνε μ’ ένα κουταλάκι απ’ το μπολ, με το λεπτό φύλλο του λάχανου.

Στο τραπέζι, τους πάγκους, ήταν αραδιασμένα όλα τα τσουμπλέκια -κατά πως ονόμαζε η Φωτεινή, τα σκεύη της κουζίνας- από την ετοιμασία της γέμισης με τον κιμά: «Μισό χοιρινό, μισό μοσχάρι» έλεγε η Ξένια στον χασάπη. Τον αναμείγνυε με το ρύζι «μισό φλιτζανάκι μόνο» έλεγε, πρόσθετε τα κουκουνάρια, λίγο κύμινο, τα τσιγάριζε με το κρεμμυδάκι. Το νερό στη φαρδιά κατσαρόλα που είχε βάλει να ζεματίσει το μεγάλο κιτρινοπράσινο λάχανο κόχλαζε, γεμίζοντας ατμούς και θόρυβο τον τόπο.

«Μη πλησιάζετε, θα ζεματιστείτε αν πέσει το νερό στα πόδια σας -απ’ τη τρέλα σας, έτσι θηρία που γίνατε- και ρίξετε την κατσαρόλα!» τις φοβέριζε…

Τους φώναζε… Ήθελε πάντα να την ακούνε.. Δεν σήκωνε καμιά ανυπακοή. Ήταν και νευρική, καθώς μεγάλωναν, τη τρέμανε… Ο Άρης την κοιτούσε πάντα μες τα μάτια... Σα να διερευνούσε κάθε της σκέψη, κάθε επιθυμία... Της είχε μεγάλη αδυναμία, κάθε επιθυμία της ήταν γι’ αυτόν διαταγή! Όπως έλεγε και το τραγούδι του Γούναρη που συχνά το τραγουδούσαν με τις παρέες τους σαν είχαν στο σπίτι γιορτή. Ο Άρης δίπλα της, έχοντας την αγκαλιάσει, κοιτώντας τη μες τα μάτια καθώς τραγουδούσαν:

«Σου έχω τόση αδυναμία, τόση αγάπη, τόση στοργή, που κάθε μια σου επιθυμία είναι για μένα διαταγή… (…) Σ’ αυτό τον κόσμο τον ανούσιο τον πεζό, αχ ένα όχι δεν μπορούσα να σου πω… Σ’ αυτό τον κόσμο δεν έχω άλλη, αδυναμία πιο μεγάλη…» και μετά καθώς τέλειωνε το τραγούδι σήκωναν όλοι το ποτήρι με τον Άρη να πρωτοστατεί: «Στην υγειά σου Ξενούλα! Να μας ζήσεις!» φώναζαν κι ο Διομήδης πάντα χωρατατζής «Γεια χαραντάν… να μου ζήσεις Ξένια» κι έσκυβε στο αυτί της γυναίκας του: «Εσύ πεπονέλι μπορείς να τραγουδήσεις έτσι –σαν την Ξενούλα μας;» κι εκείνη χαμογελούσε «Ε όχι βρε Διομηδάκη, η Ξένια έχει το ταλέντο το θεϊκό! Όλοι μας μπορούμε να το έχουμε;»

Αυτά τα μάτια σου τ' αγαπημένα
μάτια παράξενα και φλογερά
ποτέ δεν θα 'θελα να δω θλιμμένα
θέλω να λάμπουν από χαρά.

Σου έχω τόση αδυναμία τόση αγάπη τέτοια στοργή
που κάθε μια σου επιθυμία
είναι για μένα διαταγή
Σ' αυτά τα μάτια που λατρεύω κι αγαπώ
ούτε ένα όχι δεν αντέχω να τους πω
γιατί στον κόσμο δεν έχω άλλη αδυναμία πιο μεγάλη

Η Ξένια όμως δεν ήταν πάντα χαμογελαστή και με το τραγούδι στα χείλη, ήταν φορές που θύμωνε με τα διάφορα περιστατικά που ανέκυπταν στο σπίτι… Μα ό,τι κι αν έκανε, όσο κι αν φώναζε όταν νευρίαζε, εκείνος υπομονετικός την καθησύχαζε, την καλόπιανε, ή ακόμη δεν μιλούσε ώσπου να της περάσει το "μπουρίνι".

«Να προσθέσω λίγο κύμινο ακόμη;» ρωτούσε η Αλεξάνδρα την Εριφύλη που παρακολουθούσε το τύλιγμα των ντολμάδων απ’ το μεγάλο τραπέζι της κουζίνας με τα φλιτζάνια του καφέ και τα κεράσματα που τους είχε βγάλει -βύσσινο γλυκό, παξιμαδάκια δικά της, χειροποίητα- καθώς τσιγάριζε τον κιμά με το κρεμμύδι στο τηγάνι που τσιτσίριζε στη φωτιά της φουφούς. «Τι ρωτάς, αφού ξέρεις πως τρελαινόμαστε για το κύμινο…» Η Εριφύλη σηκωνόταν και χαϊδεύοντας τα μαλλιά της μικρής που παρακολουθούσε την ιεροτελεστία της ετοιμασίας ανεβασμένη στην καρέκλα για να βλέπει τον πάγκο όπου η Αλεξάνδρα πηγαινοερχόταν ψηλή, με την ποδιά στη μέση, τα πιασμένα ψηλά σε πλεξούδες, ολόγυρα στο κεφάλι σαν κότσος, ξανθά της μαλλιά. »Τι λες Ξένια; Δεν τους κάνει νόστιμους η Αλεξάνδρα μας;» Η μικρή ένευε χαμογελώντας κι έτρεχε να κρυφτεί ντροπαλά πίσω απ’ το μακρύ φουστάνι της γιαγιάς της, κοιτάζοντας απ’ το πλάι, ναζιάρικα, την όμορφη Αλεξάνδρα.


Καίτη Μπελίντα - Σου έχω τόση αδυναμία... Bolero 1956

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις