Samakov

Η περιοχή Σαμακώβ

Συγκομιδή πορτοκαλιώνΣκιερή συγκομιδή

Πάνω απ’ τη γέφυρα βόρεια, ήταν το Σαμακώβ που συχνά διέσχιζε ο Δημήτρης Τσαναλής, ο επονομαζόμενος Μερακλής, για να πάει προς τα βουνά. Εκτός από εμπορευόμενος -πήγαινε κάθε τόσο στα γύρω ορεινά χωριά ν’ αγοράσει κτηνοτροφικά προϊόντα απ’ τους Πομάκους≠- ήταν και δεινός κυνηγός κι είχε το συνήθειο να λείπει απ’ το σπίτι μέρες ολάκερες. Κινούσε με το κάρο του για τις γύρω ορεινές περιοχές και πάντα επέστρεφε φορτωμένος –εξόν απ’ το εμπόρευμα με φρέσκα φρούτα και λαχανικά, και με το δίχτυ του κυνηγού που είχε επί τούτου κρεμασμένο στη μέση του, γεμάτο πουλιά: ορτύκια, μπεκάτσες, τρυγόνια, κοτσύφια, πέρδικες… «Ο καλύτερος μεζές για το κρασί» έλεγε στην Ευαγγελινή, καθώς τα ξεπουπούλιαζε στην αυλή με το κοφτερό μαχαίρι του. 

Εκείνη που τα είχε ζεματίσει προ ολίγου στη μεγάλη κατσαρόλα για να βγαίνει εύκολα το φτέρωμα, θα τα έπαιρνε ξανά μέσα, στην κουζίνα, να τα καψαλίσει στη φωτιά του τζακιού, έχοντας τα προηγουμένως αλείψει με οινόπνευμα, να φύγει και το τελευταίο ίχνος πούπουλου απ’ το δέρμα, ν’ απολυμανθούν.

Ήταν όμως και μπαγαπόντης: Πούλησε κάποτε τα κεράσια για βύσσινα στον δεσπότη που τα ήθελε για να φτιάξει βύσσινο γλυκό η οικονόμος του στο δεσποτικό, ανακατεύοντας τα με λεμοντοζού -κάτι μικρά κρυσταλλοειδή πετραδάκια που τα διέλυαν στο νερό που έβραζε για το σιρόπι, στα γλυκά του κουταλιού… Πάντως, έτσι -και με την πολλή δουλειά και με τις μπαγαποντιές- έκανε περιουσία… 

Αργότερα σαν πέθανε, βρήκαν πάρα πολλά λεφτά, τσουβάλια –άχρηστα όμως, γιατί στο μεταξύ είχε κηρυχτεί ο πόλεμος… ο Αλβανικός. Έτσι χαθήκανε όλα τα προπολεμικά λεφτά. Είχαν γίνει άχρηστα χαρτιά!

Σκηνή από την ταινία - "Ο Θίασος"

Η πρώτη του γυναίκα η Άννα, τον είχε αφήσει για έναν Έλληνα λοχαγό που περνούσε απ’ το σπίτι τους –κατά την απελευθέρωση απ’ τους Βούλγαρους, το 1920, καβάλα στ’ άλογο με τη στολή και την ερωτεύτηκε παθιασμένα, έτσι όπως την είδε στο παράθυρο, με τα ξέπλεκα ξανθά της μαλλιά και τη δαντελωτή άσπρη πουκαμίσα, ν’ αγναντεύει την κίνηση των Ελλήνων στρατιωτών που παρήλαυναν απ’ το πρωί στο δρόμο. Βέβαια ήταν και καλλονή. Το ίδιο και εκείνη –τον ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Δεν νοιάστηκε ούτε για τον Δημήτρη, ούτε για τη μικρή Δέσποινα, όταν τους άφησε αργότερα για να φύγει μαζί του…

Μια μέρα που η κόρη του Δέσποινα που είχε γίνει εξ ίσου όμορφη με τη μάνα της, έκοψε τα μαλλιά της, τόσο αυστηρός και ιδιότροπος που ήταν, την έδιωξε απ’ το σπίτι κι κείνη τότε πήγε και βρήκε τη μάνα της -καθώς όλο τον καιρό αλληλογραφούσε μαζί της- στη Θεσσαλονίκη, κι από τότε πια δεν ξαναχώρισαν. 

Μετά την απελευθέρωση απ’ τους Γερμανούς, η Δέσποινα παντρεύτηκε έναν Άγγλο που αργότερα έφτιαξε ένα εργαστήριο κορσέδων στο Κολωνάκι –στην οδό Δημητρίου Σούτσου, κι από τότε μάνα και κόρη δούλευαν εκεί μαζί του κι έτσι χάθηκαν τα ίχνη τους δια παντός απ’ την πόλη.

Ο Μερακλής ξαναπαντρεύτηκε, πήρε την Ευαγγελινή που είχε κι ένα παιδί –τον Άγγελο, ξάδερφος αργότερα κολλητός της Ξενούλας, που κοιμόντουσαν μαζί στο ίδιο κρεβάτι –στο σπίτι της Εριφύλης, σαν ήταν μικρά. Τον είχε κάνει μ’ έναν Βούλγαρο αξιωματικό που αρνήθηκε όμως να παντρευτεί μετά τη λήξη του πολέμου, γιατί θα ‘πρεπε να τον ακολουθήσει στη Βουλγαρία… «Πα-πα-πα… με τίποτα δεν θα μπορούσα ν’ αφήσω τον τόπο μου, τους γονείς μου… Τι θα λέγανε για μένα… θα ‘ταν σκέτη προδοσία. Αστειεύεσαι; Και που ξέρω τι θα με περίμενε εκεί…» έλεγε η Ευαγγελινή. 

Εκείνος τότε τη χαράκωσε με το μαχαίρι για εκδίκηση κι από ‘κει, το σημάδι που είχε στο λαιμό. «Πείσμα μεγάλο τον κατέλαβε, Βουλγάρικο κεφάλι που λένε…» έλεγε κι η Άννα «Άσε που αυτοί είναι εκδικητικοί, μαχαιροβγάλτες παιδί μου, έτσι ακριβώς… μαχαιροβγάλτες!»

Ο Φούρνος κυρ Γιάννη

Από το μεϊντάνι που άρχιζε απ’ την πλατεία Μαντσίνι που λεγόταν κι αλλιώς Πλατεία Δημαρχείου και συνέχιζε προς την επάνω πόλη, στο σημείο που ήταν ο φούρνος του κυρ-Γιάννη, άρχιζε ένας μικρός ανηφορικός δρόμος –το «Οζούν σοκάκι», το λέγανε, που έβγαζε προς το βουνό. Κοντά στην εκκλησία Ακάθιστος Ύμνος -που ήταν σ’ ένα μικρό ύψωμα- ήταν το σπίτι του Δημήτρη Τσαναλή.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις